Κηπουρική

Αγκινάρα « … με τ’ αγκάθια..»

Η αγκινάρα (Cynara cardunculus, Κυνάρα η καρδονίσκη ή αλλιώς Κυνάρα η κάκτος) είναι πολυετές λαχανικό της οικογένειας των Αστεροειδών (Asteraceae). Αναπτύσσεται σε σχήμα θάμνου, ύψους περίπου 1,5 μ. Είναι φυτό ιθαγενές της Αφρικής, καλλιεργείται, όμως, σε πολλά μέρη του σύγχρονου κόσμου σε θέσεις προφυλαγμένες από το δυνατό ψύχος και εδάφη χωρίς πολλή υγρασία.

Η ρίζα της αγκινάρας είναι πασσαλώδης και προχωρεί βαθιά στο έδαφος. Τα φύλλα της είναι μεγάλα με βαθιές σχισμές, χρώμα γκριζωπό στο κάτω μέρος και το στέλεχός της είναι μακρύ με διακλαδώσεις.

Η αγκινάρα πολλαπλασιάζεται με σπόρο, παραφυάδες, με ογκίδια. και ξηρόφυτα. Τελευταία γίνονται πειράματα γύρω από τη δυνατότητα πολλαπλασιασμού με καλλιέργεια επάκριων μεριστωμάτων, για να παραχθούν φυτά απαλλαγμένα από ιώσεις. Πολλαπλασιάζεται κατά κόρον με παραφυάδες κατά την άνοιξη ή το φθινόπωρο ενώ ο βλαστός της ξεραίνεται το καλοκαίρι. Από το φυτό χρησιμοποιείται στη μαγειρική το άνθος, που έχει σχήμα σφαιρικό, λίγο μακρύ και σαρκώδες.

Μαγειρεύεται αφού καθαριστεί από τα πέταλα και το χνούδι, ενώ στην Κρήτη τρώγεται και ωμή με λεμόνι, πολύ νόστιμη και “ειδικός” μεζές για τσικουδιά. Τα εξωτερικά πέταλα του άνθους καταλήγουν σε αγκαθωτή άκρη και είναι σκληρά, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν και για τροφή των ζώων. Η αγκινάρα είναι πλούσια σε βιταμίνες Α, Β1, Β2, νιασίνη και C.[2] Στην Ελλάδα καλλιεργείται στην Αργολίδα,ιδιαίτερα στην περιοχή των Ιρίων και της Κάντιας, στην Κρήτη (όπου βρίσκουμε κυρίως την “άγρια” αγκινάρα με μεγάλα αγκάθια στα πέταλα), στη Λακωνία, στην Κέρκυρα, στην Ηλεία και αλλού, ενώ καλλιεργείται σε όλες σχεδόν τις χώρες της Νότιας Ευρώπης, την Βρετανία και την Γαλλία. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα Ίρια Αργολίδας κάθε Μάϊο μήνα διεξάγεται η γιορτή της αγκινάρας.

agkinara

Παρόλο που η αγκινάρα αναπτύσσεται κανονικά με τα φυτικά μέσα εντούτοις έχει πολλά προβλήματα λόγω της μετάδοσης των παθογόνων που βρίσκονται στο υλικό που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή. Οι ιοί αντιπροσωπεύουν το κύριο υγειονομικό πρόβλημα για την αγκινάρα. Οι «τεχνητές» καλλιέργειες ιστού της αγκινάρας μπορούν να θεωρηθούν ως έγκυρη εναλλακτική λύση των συνηθισμένων συστημάτων της αναπαραγωγής και ίσως είναι το κλειδί στη γρήγορη ανάπτυξη, την εξασφάλιση υγείας και τη γενετική ομοιομορφία.

Τα φυτά μπορούν να αποδώσουν σε ένα ευρύ φάσμα εδαφών, ωστόσο αναπτύσσονται καλύτερα σε πλούσια, αργιλώδη και αρδευόμενα εδάφη καλά στραγγισμένα. Η χρήση νερού είναι απαραίτητη για την επιτυχία μιας πρώιμης παραγωγής. Οι αρδεύσεις αρχίζουν από τον Ιούλιο και συνεχίζονται μερικές χρονιές μέχρι και το Νοέμβριο. Οι αποστάσεις φύτευσης ποικίλλουν ανάλογα με την ανάπτυξη του φυτού (ποικιλία κλπ.) και την προγραμματισμένη διάρκεια ζωής της φυτείας. Συνήθως χρησιμοποιούνται αποστάσεις 120 Χ 120 cm ή 100 Χ 100 cm. Οι φυτείες διαρκούν περίπου 6 χρόνια Δεν χρειάζεται ουσιώδης και τακτική λίπανση για το λόγο ότι μικρό μέρος του φυτού συγκομίζεται από όλη τη φυτεία, υπό κανονικές συνθήκες μόνο άζωτο χορηγείται ετησίως. Κατά τη διάρκεια του καλλιεργητικού κύκλου απορροφώνται γύρω στα 28,5 kg/στρ. άζωτο, 4,5 kg/στρ. φώσφορος (Ρ2Ο5) και 36,8 kg/στρ. κάλιο (Κ2Ο). Για κάθε τόνο παραγόμενων κεφαλίδων απορροφώνται 20 kg άζωτο, 3 kg Ρ2Ο5 και 24 kg Κ2Ο.

Οι αγκινάρες αναπτύσσονται καλύτερα σε περιοχές όπου επικρατεί ήπιο και δροσερό κλίμα. Τα φυτά είναι πολύ ευαίσθητα στον πάγο και σε θερμοκρασίες κάτω από 30ο F νεκρώνονται οι οφθαλμοί, ενώ θερμοκρασίες κάτω από -1ο C ζημιώνουν ή και καταστρέφουν τις ανθοταξίες, επιπλέον κάτω από -5ο C καταστρέφουν και το φύλλωμα. Ομοίως υψηλές θερμοκρασίες υποβαθμίζουν την ποιότητα προκαλώντας ραγδαία ανάπτυξη, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται περισσότερες ίνες που αυξάνουν την σκληρότητα του φλοιού και της ανθοδόχης. Υψηλές θερμοκρασίες επίσης μπορεί να προκαλέσουν απολέπιση στους οφθαλμούς, καθιστώντας το προϊόν της εκμετάλλευσης μη εμπορεύσιμο.

Η συγκομιδή στις πρώιμες ποικιλίες γίνεται από τον Οκτώβριο μέχρι το Μάιο (με συνολικά 20–25 κοψιές), ενώ για τις όψιμες ποικιλίες από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο (5–6 κοψιές). Οι αποδόσεις ποικίλλουν ανάλογα με την πορεία των καιρικών συνθηκών και μπορεί να κυμαίνονται ανάμεσα στις 5.000 και 12.000 κεφαλίδες ανά στρέμμα, δηλ. 600 – 1300 kg/στρ. Οι αγκινάρες στις εσωτερικές αγορές πωλούνται χύμα ή δεμένες σε δέσμες (“μάτσα”) ανά κομμάτια, ανάλογα με τις τοπικές συνήθειες και με μακριά κοτσάνια και φύλλα. Στις κεντρικές κεφαλίδες (πρώτες αγκινάρες κάθε κορυφής) το στέλεχος συχνά ξεπερνά τα 30 cm.