Dr Plus - Diatrofi

Τρόφιμα

Τα μελισσοκομικά προϊόντα και η παραδοσιακή χρήση τους στην  Κύπρο  

Γράφτηκε απο Administrator

 Αρθρογράφος:   

Γιώργος Μαυροφρύδης  Αρχαιολόγος, Μελισσοκόμος, melissokomia@arria-trans.gr

Η μελισσοκομία στην Κύπρο είναι πολύ πιθανό να ξεκίνησε κατά τη 2η π.Χ. χιλιετία και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα πρέπει να ασκούνταν με τις χαρακτηριστικές οριζόντιες κυψέλες του νησιού, τα «τζυβέρτια», οι οποίες επιβίωσαν ως τις μέρες μας. Από το νησί αυτό φαίνεται πως καταγόταν ένας από τους μεγάλους γνώστες της μέλισσας και της μελισσοκομίας στην αρχαιότητα, ο Αριστόμαχος ο Σολεύς, ο οποίος έζησε την ελληνιστική εποχή (323 – 31 π.Χ.). Το βιβλίο που συνέγραψε, το οποίο δυστυχώς δεν διασώθηκε, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και αποτελούσε πηγή γνώσεων για αρκετούς από τους μεταγενέστερούς του συγγραφείς που ασχολήθηκαν με μελισσοκομικά θέματα.

Το κυπριακό μέλι που φημιζόταν, κατά την αρχαιότητα, για την εξαιρετική του ποιότητα ήταν αυτό των Χύτρων (στις νώτιες υπώρειες του πενταδάκτυλου, στη σημ. Κυθραία – στα κατεχόμενα). Σύμφωνα με τον Διοφάνη (1ος αι. π.Χ.), τμήμα του έργου του οποίου διασώθηκε στα Γεωπονικά (ΙΕ,7,1), μια συλλογή που η τελική της μορφή ανάγεται στον 10ο μ.Χ. αιώνα: «Άριστον μεν μέλι το Αττικόν και του Αττικού το Υμήττιον … και του Κυπρίου το Χύτριον …».

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Naturalis Historia, XI,14,33), ο οποίος έζησε στον 1ο μ.Χ. αιώνα, συγκαταλέγει την Κύπρο στις περιοχές εκείνες που οι κηρήθρες των  μελισσών περιέχουν μεγάλη ποσότητα μελιού: «Σε μερικούς τόπους γίνονται κηρήθρες αξιόλογες για το κερί τους … και σε άλλους για το μέλι αυτό καθαυτό που περιέχουν σε μεγάλη αφθονία, όπως στην Κρήτη, στην Κύπρο και στην Αφρική».

Το κερί της Κύπρου προτείνεται από τον Πλίνιο και μάλιστα σε τέσσερα χωρία (Naturalis Historia, ΧΧ,87,240. ΧΧΙΙ,19,42. ΧΧIV,14,23 & XXVII,28,51) ως συστατικό αλοιφών και φαρμάκων. Είναι παράδοξο πως σε άλλο σημείο της «Φυσικής Ιστορίας» του (ΧΧΙ,49,83), αναφερόμενος στα είδη και τις ποιότητες του κεριού της εποχής του, θεωρεί ως καλύτερο κερί το πουνικό, επόμενο το ποντικό, ακολουθούμενα από αυτό της Κρήτης και της Κορσικής. Όταν όμως γίνεται λόγος για φαρμακευτική χρήση του κεριού αναφέρεται μόνο στο κερί της Κύπρου. Το γεγονός αυτό όμως σημαίνει κατά την άποψή μας, πως το κυπριακό κερί θα ήταν εύκολο και να το βρει κανείς. Για να είναι όμως εύκολο να βρεθεί συνάγεται πως ήταν ένα προϊόν ευρείας εισαγωγής σε άλλες περιοχές και δη στη Ρώμη, ευρείας εξαγωγής δηλαδή της Κύπρου. Εφόσον μάλιστα προτείνεται ειδικά αυτό, συνακόλουθα θα πρέπει να έχαιρε και ιδιαίτερης εκτίμησης, πιθανόν δε και καλής τιμής.

Αργότερα, την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1191 – 1571), ανάμεσα στα σπουδαιότερα προϊόντα που παρήγαγε και εξήγαγε η «γλυκεία χώρα της Κύπρου», όπως αναφέρεται στις πηγές, ήταν το μέλι και το κερί. Το πρώτο αποτέλεσε μάλιστα προϊόν λεηλασίας από τους Μεμελούκους το 1422, κατά την πρώτη τους εισβολή στο νησί. Στο «Χρονικόν Κύπρου» (476) του Γεωργίου Βουστρώνιου, αναφέρεται πως το 1540 η παραγωγή μελιού έφτασε τα 400 καντάρια, ενώ η παραγωγή κεριού ανερχόταν σε 60 καντάρια.

Το 1727 βρέθηκε στη Λάρνακα και τη Λεμεσό ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Βάρσκυ ο οποίος μας ενημερώνει πως η Κύπρος είναι πλούσια την περίοδο αυτή σε μέλι και πως στα εν λόγω λιμάνια προσεγγίζουν πλοία διαφόρων εθνικοτήτων τα οποία φόρτωναν μεταξύ άλλων και μέλι. Πληροφορίες για το κερί την ίδια περίοδο μας δίνει ο Giovanni Mariti, ο οποίος έζησε στη Μεγαλόνησο τη δεκαετία του 1760: «Το “κίτρινο κερί” πωλείται κυρίως στη Λευκωσία και από κει αποστέλλεται στη Λάρνακα για εξαγωγή σε βαρέλια ή μπάλλες των 100 οκάδων».

Για το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα υπάρχουν αρκετά στοιχεία, προερχόμενα από τα αρχεία του γαλλικού προξενείου στη Λάρνακα, για εξαγωγές (αλλά και εισαγωγές!) μελιού και κεριού από το νησί. Το γεγονός της ύπαρξης και εισαγωγών των βασικών μελισσοκομικών προϊόντων στην Κύπρο την προαναφερθείσα περίοδο, οδηγεί ορισμένους στο συμπέρασμα πως την εποχή αυτή το νησί αποτελούσε κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου. Όπως και να έχει, ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, ο οποίος έγραψε στα τέλη του 18ου αιώνα (1788) την «Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου», μας πληροφορεί (σ. 544) πως «Μέλι των Μελισσών γίνεται καλόν και αρκετόν». Λίγο αργότερα, το 1818,  ο Πρώσσος περιηγητής J. Bramsen περιλαμβάνει το εμπόριο του μελιού στους κύριους κλάδους του κυπριακού εμπορίου.

Όσον αφορά στις παραδοσιακές χρήσεις των προϊόντων της μέλισσας στην Κύπρο, μια από αυτές ήταν φυσικά για θεραπευτικούς σκοπούς. Έτσι στο «Μητροφάνους Ιατροσοφικόν», το οποίο συνέταξε ο σκευοφύλακας της Ιεράς Μονής Μαχαιρά Μητροφάνης (1790-1867), αναφέρεται το μέλι ως καταπραϋντικό του βήχα. Το μέλι το χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά και για την καταπολέμηση των «γαιματάδων» (σπυριών). Έπαιρναν βαμβάκι από παλιό πάπλωμα στο οποίο έβαζαν μέλι και το απέθεταν πάνω στα σπυριά. Με την πρακτική αυτή το μέλι «γάλευκεν τον γαιματάν και καθάριζε».

Το κερί το χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν «τσερκοπάνι» (κηρόπανο). Το «τσερκοπάνι» αυτό κατασκευαζόταν βουτώντας βαμβακερό ύφασμα – κάμποτο – σε λιωμένο κερί. Όταν είχαν «τσεγκιές» (πόνους) το άπλωναν ζεστό στο μέρος που πονούσαν, πρακτική γνωστή και σε πολλά μέρη της Ελλάδας.

Στην Κύπρο γνώριζαν επίσης την πρόπολη και την αντιμικροβιακή της δράση και όταν έσχιζαν τα χέρια έβαζαν «πισσοτζέριν από τον αθθολό(γ)ο», δηλαδή  πρόπολη από την είσοδο της κυψέλης.

Το μέλι βέβαια ήταν πολύτιμη τροφή παλαιότερα και γι’ αυτό όχι καθημερινή. Το κατανάλωναν σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Σε ορισμένα παραδοσιακά κυπριακά εδέσματα πάντως, όπως οι «μιλλόπιτες» ήταν απαραίτητο. Οι «μιλλόπιτες» αυτές είναι στρογγυλές πίτες από λεπτά φύλλα ζυμαριού που τηγανίζονται με χοιρινό λίπος και όπως είναι ζεστές μελώνονται (περιχύνονται) με άσπρο μέλι. Είναι γνωστή μάλιστα και σχετική παροιμία: «τζ’η μιλλόπιτα εν καλή μα χωρίς μέλιν (δ)εν τρώεται».

Κατά τον τρύγο, ο οποίος διενεργούνταν παραδοσιακά με στίψιμο των κηρηθρών με τα χέρια, αφού συλλεγόταν το μέλι, πλένανε τα «ποσφιξίματα», ή «ποσφίχτια» (τα κατάλοιπα) τρία νερά και το νερό αυτό το «κουλιάζανε» (στράγγιζαν) και το έβραζαν για να καταστηθεί. Με τον τρόπο αυτό έπαιρναν το «πόμελο», το οποίο πουλιόταν στη μισή τιμή του κανονικού μελιού. Το «πόμελο» αυτό συνηθιζόταν να καταναλώνεται με «αναρή» (ένα είδος τυριού). Επίσης, μέσα σε αραιωμένο «πόμελο» έβραζαν κομματάκια από ζυμάρι και έφτιαχναν τα «τερτσελλούδκια».

Το κερί χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά για την κατασκευή κεριών για την εκκλησία καθώς και για τα κέρινα ομοιώματα παιδικών σωμάτων και μελών του σώματος που συνηθιζόταν να αφιερώνονται σε αγίους στις εκκλησίες για θεραπεία του πάσχοντος μέλους. Τα ομοιώματα αυτά παραγγέλνονταν στους «τσερκοπούληδες», οι οποίοι, σε αντίθεση με σήμερα που χρησιμοποιούν καλούπια, τα έπλαθαν με τα χέρια. Με κερί επίσης άλειφαν τα πιθάρια του λαδιού, ενώ και αρκετοί τεχνίτες, όπως οι τσαγγαράδες και οι χρυσοχόοι, το χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους πρακτική για να «τσερκώνουν» το σύρμα του ασημιού πριν το περάσουν από τον «σύρτη» για να το κάνουν τριφούρι.

Το μέλι είχε τέλος, λόγω της γλυκύτητάς του και συμβολική σημασία στη Μεγαλόνησο. Μετά τον γάμο προσφερόταν στο ανδρόγυνο, πρακτική που απαντούσε και σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και της ελληνικής διασποράς.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:                                     

Κωνσταντινίδης, κ. 1997. Εξέλιξη της παραδοσιακής κυπριακής κυψέλης. Ιστορική αναδρομή. Μελισσοκομική Επιθεώρηση, 11(2): 55-58.

Μαυροφρύδης, Γ. 2009. Η μελισσοκομία στην Κύπρο (από τις απαρχές ως τις μέρες μας). Μελισσοκομική Επιθεώρηση, 23(1): 33-38.

Πέρρα,Φ. 2006. Η Λατινοκρατία στην Κύπρο. Ιστορία των Ελλήνων, Τ. 19, Αθήνα (Εκδ. Δομή), σ. 312-405.

Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου, 2000. Η παραδοσιακή μελισσοκομία στην Κύπρο και τα προϊόντα της (μέλι, κερί) κατά τους νεότερους χρόνους, «Η μέλισσα και τα προϊόντα της», ΣΤ΄Τριήμερο Εργασίας, Νικήτη, 12-15 Σεπτ. 1996, Αθήνα (Π.Τ.Ι. ΕΤΒΑ), σ. 390-408.

Σχετικά με τον δημιουργό

Administrator