Dr Plus - Diatrofi

Διαβήτης

Από τι επηρεάζονται οι τιμές του σακχάρου; Vo2

Γράφτηκε απο Βασιλική Λαζαρίδου

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου για τους διατροφικούς παράγοντες που επηρεάζουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, σε αυτό το άρθρο θα γίνει αναφορά για τους μη διατροφικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές του σακχάρου.

Ο πρώτος μη διατροφικός παράγοντας είναι οι ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Όπως αναφέρει και το Κέντρο Διαβήτη Joslin (Joslin Diabetes Centre), οι αυξημένες θερμοκρασίες σε συνδιασμό με την υγρασία μπορούν να προκαλέσουν υπογλυκαιμία ή υπεργλυκαιμία. Είναι πιο πιθανό να συμβεί η υπογλυκαιμία, εξαιτίας της ενταντικότερης λειτουργίας του μεταβολισμού σε ζεστό και γεμάτο υγρασία καιρό. Για αυτό είναι καλό να γίνονται συχνότερες μετρήσεις, αλλά και τακτική αναπλήρωση των υγρών διότι τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας μπορούν να μπερδευτούν με την ατονία που προκαλεί η ζέστη.

Το άγχος είναι πλέον καθημερινά κι όλες τις ώρες της ημέρας στη ζωή μας. Όμως, όντως κάποιος αγχωμένος τα επινεφρίδια του ενεργοποιούν την απελευθέρωση αδρεναλίνης και κορτιζόλης, οι οποίες ορμόνες ανταγωνίζονται την ινσουλίνη –δηλαδή έχουν την τάση να αυξάνουν τα επίπεδα σακχάρου- με αποτέλεσμα να οδηγεί συχνά σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στην κυκλοφορία του αίματος. Για τον πρωτόγονο, το άγχος ήταν μεταφρασμένο σε αληθινό κίνδυνο, ήταν θέμα ζωής και θανάτου: τον κυνηγούσαν ως θήραμα άγριοι θηρευτές και έτσι η αδρεναλίνη και η κορτιζόλη που παραγόταν τον βοηθούσε να αυξήσει την εγρήγορσή του, να τρέξει πιο γρήγορα, να παλέψει πιο δυνατά. Αυτός όμως ο μηχανισμός είναι φτιαγμένος για να λειτουργεί στιγμιαία ή για κάποια ώρα μέσα στην ημέρα. Έτσι, διακρίνουμε 2 περιπτώσεις άγχους: α) την παροδική: «τρόμαξα με κάτι» και β) την μόνιμη «είμαι αγχωμένος λόγω ανεργίας». Στην πρώτη περίπτωση οι παραπάνω ορμόνες θα εκκριθούν, θα ανεβάσουν τα επίπεδα σακχάρου «για όσο χρειαστεί» και μόλις ηρεμήσει το άτομο θα πέσουν και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Αν δεν πέσουν, τότε έχει γίνει κάποιος λάθος υπολογισμός νωρίτερα. Στην δεύτερη περίπτωση, μιλάμε πλέον για μια μόνιμη ανάγκη αύξησης της ινσουλίνης, γιατί αυτές οι ορμόνες εκκρίνονται σε 24ωρη βάση. Αυτό που μπορεί να κάνει το άτομο με ΣΔ1 είναι να αυξήσει την βασική του ινσουλίνη σταδιακά μέχρι να βρει την σωστή δοσολογία. Το ιδανικό θα ήταν ταυτόχρονα να δούλευε και κάποιες ασκήσεις χαλάρωσης ώστε να αντιμετωπίσει το αγχώδες γεγονός και να μειωθεί η τροποποίηση της βασικής ινσουλίνης.

Ένας ακόμη λόγος που αφορά κυρίως τις γυναίκες είναι οι ημέρες της περίοδου αλλά και οι μέρες στη μέση του κύκλου. Ο κανόνας λέει ότι τα σάκχαρα πέφτουν, όμως τα σάκχαρα μπορούν και να αυξηθούν. Και στην μια αλλά και στην άλλη περίπτωση, η αντιμετώπιση βρίσκεται στην έγχυση της βασικής ινσουλίνης. Αν υπάρχουν υπογλυκαιμίες, η βασική μειώνεται, αν υπάρχουν υπεργλυκαιμίες, η βασική αυξάνεται.

Ας μην ξεχνάμε βέβαια και την συμβολή της άσκησης και στον ΣΔ1. Σίγουρα το να ασκείται κάποιος για να αποφύγει να κάνει ινσουλίνη ή να ρίξει το σάκχαρό του με την γυμναστική είναι λάθος και επικίνδυνο. Όμως, η γυμναστική και γενικώς μια πιο δραστήρια καθημερινότητα, φαίνεται από πολλές μελέτες να έχει θετικό αντίκτυπο στα επίπεδα σακχάρου. Η δραστηριότητα λοιπόν που γίνεται, φαίνεται να επηρεάζει το άτομο με ΣΔ1 ακόμη και για 12 ώρες μετά προκαλώντας του υπογλυκαιμική τάση. Εδώ, να σημειωθεί πως η διαδικασία του λαχανιάσματος και της αναπνοής από το στόμα λειτουργεί ανταγωνιστικά με την ινσουλίνη, για αυτό και πολλές φορές αμέσως μετά την άσκηση μπορεί να υπάρξει ένα πολύ υψηλό σάκχαρο, όμως μέσα στις επόμενες 2 ώρες θα επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Αν επέμβει το άτομο με ινσουλίνη, μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία. Αν μετά το πέρας των 2 ωρών εξακολουθεί να υπάρχει υψηλό σάκχαρο, τότε κάτι έχει υπολογιστεί λάθος νωρίτερα και διορθώνεται η υπεργλυκαιμία με ινσουλίνη. Στην περίπτωση που όλα είναι φυσιολογικά και το άτομο έχει εντοπίσει ότι τα σάκχαρα του για τις επόμενες 8-12 ώρες έχουν πτωτική τάση, χαμηλώνει τις μονάδες της βασικής ινσουλίνης. Εννοείται πως η αν η άσκηση συμβαίνει συχνά, τότε μιλάμε για το καλύτερο δυνατό αποτελέσμα στον γλυκαιμικό έλεγχο, αφού αυξάνεται η ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη μειώνοντας έτσι τις μονάδες τόσο της βασικής ινσουλίνης, όσο και τις γευματικής ινσουλίνης. Αυτή η αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη και η γενικότερη καλή εικόνα σακχάρων συνάδει με την μείωση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c),η οποία μετράτε 1 φορά το τρίμηνο. Ωστόσο, αν για κάποιο λόγο το άτομο σταματήσει να είναι δραστήριο ή την γυμναστική του, τότε θα παρατήρησει αυξητική τάση των σακχάρων του και θα πρέπει να επέμβει με αύξηση της βασικής ινσουλίνης αλλά και αλλαγή στην ευαισθησία της γευματικής ινσουλίνης.

Η λοίμωξη, η φλεγμονή κι ο πόνος μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα σακχάρου, συνήθως με ανοδική τάση. Κατά τη διάρκεια μιας ασθένειας ή μιας μόλυνσης, το σώμα θα απελευθερώσει επιπλέον γλυκόζη στη ροή του αίματος σε μια προσπάθεια να βοηθήσει στην καταπολέμηση της ασθένειας. Σε άτομα χωρίς διαβήτη, αυτή είναι μια αποτελεσματική στρατηγική καθώς το πάγκρεας τους θα απελευθερώσει επιπλέον ινσουλίνη για να αντιμετωπίσει την επιπλέον γλυκόζη αίματος. Στα άτομα με διαβήτη, αυτό δεν συμβαίνει για αυτό και θα ακολυθεί πλέον η γνώριμη στρατηγική της αύξησης της βασικής ινσουλίνης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί το άτομο να αυξήσει πιο γρήγορα τις μονάδες ώστε να βρει γρήγορα την κατάλληλη δοσολογία. Μόλις αρχίσει και συνέρχεται, επιστρέφει στις μονάδες που έκανε πριν την λοίμωξη.

Σε αυτό το σημείο, να επισημάνω τι συμβαίνει σε περιπτώσεις ασθένειας αλλά και σε αγχώδης περιόδους, που κάποιος μπορεί να μην θέλει να φάει. Αν το σχήμα ινσουλίνης που ακολουθεί είναι το εντατικοποιημένο –δηλαδή αποτελείται από βασική και γευματική ενέσιμη ινσουλίνη- θα πρέπει να έχει στο μυαλό του, πως το σώμα, χρειάζεται συχνά ανεφοδιασμό ενέργειας για να επιτελέσει τις λειτουργίες του –βασικές και έκτακτες-. Στην περίπτωση που το άτομο δεν νιώθει καλά για να καταναλώσει κάτι, το σώμα θα χρησιμοποιήσει από τις αποθήκες του παγκρέατος την γλυκόζη που έχει αποθηκευμένη για έκτακτες καταστάσεις και έτσι θα κυκλοφορεί στις φλέβες περίσσεια ποσότητα γλυκόζης χωρίς ινσουλίνη δείχνοντας κατά την μέτρηση ψηλά επίπεδα σακχάρου. Για αυτό, και στην περίπτωση που κάποιος ακόμη και με ΣΔ2 θελήσει να πετύχει απώλεια βάρους, πρέπει να θυμάται τα μικρά και συχνά γεύματα. Αλλιώς κυκλοφορεί ελεύθερη γλυκόζη στο αίμα, δυσκολεύοντας τις βιοχημικές διεργασίες. Στο σχήμα της αντλίας, τα πράγματα αλλάζουν λίγο, διότι δίνεται η δυνατότητα έγχυσης της ινσουλίνης που έχει ανάγκη το άτομο ανά λεπτό της ώρας. Έτσι έχει ελευθερία κινήσεων αν δεν θέλει να καταναλώσει γεύμα.

Τα στεροειδή φάρμακα, δηλαδή η κορτιζόνη, αυξάνουν τις ανάγκες σε ινσουλίνη. Για αυτό και χρειάζεται αύξηση των μονάδων της βασικής ινσουλίνης. Και σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει γρήγορα να ανέβουν οι μονάδες ώστε να επιτευχθεί η ιδανική δοσολογία και θα διατηρηθεί για όσο καιρό λαμβάνεται η αγωγή. Ταυτόχρονα με την ινσουλίνη, θα πρέπει να προσέχει την κατανάλωση των απλών σακχάρων και του αλατιού.

Η αλλαγή γεωγραφικού μήκους και πλάτους και υψόμετρου αλλάζει τις ανάγκες σε ινσουλίνη. Για αυτό, γίνονται συχνές μετρήσεις ώστε να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τα σάκχαρα, για αρχή η βασική ινσουλίνη και κατ’ επέκεταση και η γευματική.

Σε πιο πρακτικά θέματα, αν ένα άτομο με αντλία ινσουλίνης έχει να αλλάξει καθετήρα ινσουλίνης παραπάνω από 3 μέρες και παρατηρήσει υψηλά σάκχαρα, θα πρέπει αμέσως να αλλάξει καθετήρα γιατί εκείνη η περιοχή έχει κορεσθεί και δεν μπορεί να απορροφήσει άλλη ινσουλίνη. Αυτή η κακή πρακτική μπορεί να δημιουργήσει μετά από καιρό την επίπτωση της λιποδυστροφίας, κατά την οποία δημιουργείται ένα «σακουλάκι ινσουλίνης» υποδόρια αποθηκεύοντας την εγχυόμενη ινσουλίνη δημιουργώντας υπεργλυκαιμίες και κατ’ επέκταση απροειδοποίητες υπογλυκαιμίες. Φυσικά αυτό δεν ισχύει μόνο για την αντλία ινσουλίνης αλλά και για τις ενέσιμες ινσουλίνες για αυτό και θα πρέπει να ακολουθείται ένα κυκλικό σχήμα ενέσεων με την φορά του δείκτη του ρολογιού για να είναι εύκολο να το θυμάται κάποιος.

Επίσης, οι τιμές των σακχάρων επηρεάζονται από ποιο σημείο γίνεται η έγχυση ινσουλίνης, δηλαδή από την ταχύτητα απορρόφησης την ινσουλίνης στο κάθε σημείο που γίνεται η ένεση. Στην κοιλιά η ταχύτητα απορρόφησης είναι η μέγιστη ενώ στους βραχίονες είναι μέση. Στους γλουτούς και στους μηρούς είναι αργή η απορρόφηση για αυτό θα κάποιος θα μπορούσε να κάνει εκεί έγχυση της βασικής του ινσουλίνης. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί πως η ταχύτητα απορρόφησης της ινσουλίνης αυξάνεται σε βραχίονες και πόδια, αν αυτά τα μέρη εξασκούνται με τη μορφή άσκησης. Όμως επειδή δεν μπορεί να προβλεφθεί με τι ρυθμό θα αυξηθεί η ταχύτητα απορρόφησης και τι θα χρειαστεί ως αντιρροπιστικό μέτρο, το πιο σωστό θα ήταν να αποφεύγεται η έγχυση ινσουλίνης σε αυτές τις περιοχές πριν την άσκηση. Στην περίπτωση της αντλίας ινσουλίνης, ακόμη και ο βασικός ρυθμός μπορεί να δημιουργήσει υπογλυκαιμίες κατά τη διάρκεια άσκησης ή απλών εργασιών μέσα στο σπίτι, για αυτό και καλό είναι να γίνεται αποσύνδεση της αντλίας.

Σε όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές σακχάρου ως πρώτη αντιμετώπιση υπάρχει η προσαρμογή στις εκάστοτε ανάγκες της βασικής ινσουλίνης. Ένα άτομο με ΣΔ είναι σημαντικό να γνωρίζει όλες τις παρα-μέτρους που επηρεάζουν τις τιμές του σακχάρου του και να κάνει τις ανάλογες προσαρμογές του διαβήτη του στην καθημερινότητα κι όχι της καθημερινότητας στον διαβήτη του.

Σχετικά με τον δημιουργό

Βασιλική Λαζαρίδου

Στα 15 μου αποφάσισα πως θέλω να γίνω διαιτολόγος βοηθώντας άτομα που είχαν ανάγκη για να καλυτερεύσουν τις συνθήκες ζωής του. Έτσι, αποφοίτησα από το Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας του ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης του 2015. Έκανα την πτυχιακή στο Ιπποκράτειο Νοκοσομείο στην Δ’ Παιδοενδοκρινολογική Μονάδα, με θέμα «Ο Σακχαρώδης Διαβήτης στην Παιδική Ηλικία», ενώ την πρακτική μου άσκηση την έκανα δίπλα σε γιατρό με εξιδείκευση στη διατροφή στην Θεσσαλονίκη. Έχω παρακολουθήσει τα μετεκπαδευτικά μαθήματα του ΚΕΑΔΔ και έχω συμμετάσχει σε διάφορες ομιλίες με θέμα τον Σακχαρώδη Διαβήτη.