Dr Plus - Diatrofi

Ψυχολογία

Ενδοβολή: Ένα εμπόδιο στην επαφή μας με το περιβάλλον

Κάθε άνθρωπος, έχει την δυνατότητα να χειριστεί την ενέργεια του με τέτοιον τρόπο, ώστε να βρεθεί είτε σε πλήρη επαφή με το περιβάλλον του, είτε να προβάλει αντιστάσεις σε αυτή την προσέγγιση (Polster & Polster, 1973). Εξετάζοντας το θέμα μέσα από το πρίσμα της Gestalt, μια ικανοποιητική και προσοδοφόρα  επαφή με το περιβάλλον είναι εφικτή μέσω της όρασης, της ακοής, της όσφρησης, της γεύσης της αφής και της κίνησης, και προϋποθέτει τόσο την αλληλεπίδρασή μας με τη φύση και τους άλλους ανθρώπους, όσο και την διατήρηση της ατομικότητας μας (Corey, 2004). Ο ZinKer (1978 as cited in Corey, 2004), θεωρεί ως προϋπόθεση μιας καλής επαφής με το περιβάλλον την καθαρή συνειδητότητα, την πλήρη ενέργεια, καθώς και την ικανότητα προσωπικής έκφρασης, ενώ η Polster (1987 as cited in Corey, 2004), την συνεχώς ανανεούμενη και δημιουργική προσαρμογή του ατόμου στο περιβάλλον. Η επαφής μας όμως με το περιβάλλον, πολλές φορές δεν ακολουθεί αυτό τον ιδανικό δρόμο. Οι αισθήσεις μας δεν εισακούονται, και μοιραία οδηγούμαστε σε μονοπάτια που μας εμποδίζουν να βιώνουμε το παρόν, και να μένουμε σε αυτό με όλο μας το είναι (Corey, 2004).

Ενδοβολή

Σύμφωνα με την O’ Leary (1995, p. 70), “ ενδοβολή είναι η ανεπιφύλακτη αποδοχή της συμπεριφοράς και των ιδεών σημαντικών άλλων προσώπων” και μέσω αυτής, χτίζεται η βάση πάνω στην οποία δημιουργείται το πρωταρχικό εμπόδιο στο δρόμο για τη συνειδητότητα. Οι ενδοβολές επηρεάζουν την αντίληψη του προσώπου πάνω σε όλα τα θέματα που αφορούν την ζωή του, και καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει αυτός στον κόσμο. Όσο και αν μερικές ενδοβολές μπορεί να φαίνονται μέσα από μια πρώτη ανάλυση βοηθητικές για το άτομο, οποιεσδήποτε αντιλήψεις που διαφυλάσσονται μέσα από έναν ανένδοτο, ανελαστικό, και άκριτο τρόπο μπορούν να μπλοκάρουν την συνειδητότητα του . Οι ενδοβολές υιοθετούνται μέσα από τα πρέπει και τα οφείλω, όπως αυτά τα συναντούμε στη καθημερινή ζωή, τα οποία όμως υιοθετημένα αυτούσια υποσκάπτουν τα θεμέλια της ελευθερίας της βούλησης και της ανάληψης προσωπικής ευθύνης (Palmer, 2000). Αντιλήψεις, ιδέες ή και κατευθύνσεις που ενστερνιζόμαστε στο σύνολο τους, χωρίς προβληματισμό, αποτελούν για τον οργανισμό μας ξένα σώματα, και, μια και παραμένουν μέρος του περιβάλλοντος αλλά όχι δικό μας, δεν μπορούν να συμβάλλουν στην προσωπική μας ανάπτυξη. Οι ενδοβολές, οι οποίες περιγράφονται σαν διαδικασίες επαφής και όχι σαν γνωρίσματα προσωπικότητας, έχουν σαν συνέπεια την δημιουργία παγιωμένων Gestalt , εκκρεμών υποθέσεων στην ψυχοσύνθεση του ατόμου (Blom, 2004; Clarkson & Mackewn, 1993), και σύμφωνα με τους Yontef και Simkin (1989 as cited in Blom, 2004,  p. 32), προάγουν την ανάπτυξη άκαμπτων προσωπικοτήτων. Πολλές φορές, τόσο οι ενδοβολές, όσο και ο τρόπος δημιουργίας αυτών, παραλληλίζονται με την πρόσληψη τροφής, και την διαδικασία της πέψης. Η τροφή εκείνη, η οποία προσλαμβάνεται, κομματιάζεται, και επεξεργάζεται από τον οργανισμό έχει σαν αποτέλεσμα να τον θρέφει και να αφομοιώνεται από αυτόν, αποτελώντας πλέον αναπόσπαστο μέρος του. Αναλόγως, ένα σχόλιο ή μια ιδέα, που περνάει μέσα από ένα κριτικό φίλτρο, μπορεί να υιοθετηθεί είτε αυτούσια, είτε μερικώς, να εμπλουτιστεί με άλλες πληροφορίες, και να αποτελέσει τελικά μέρος ενός υγιούς συστήματος. Αντιθέτως, η τροφή η οποία καταπίνεται ολόκληρη κάθεται βαριά στο στομάχι, παραμένει αντιληπτή και οδηγεί το άτομο στο να θέλει να κάνει εμετό. Αν τα καταφέρει νιώθει ανακούφιση, αν όχι, τότε μπαίνει σε μια διαδικασία παρατεταμένης ναυτίας και δυσφορίας, με τελικό αποτέλεσμα μια επώδυνη πέψη, μια δηλητηρίαση, είτε σε ψυχολογικό επίπεδο την δημιουργία μιας ενδοβολής (Clarkson & Mackewn, 1993; O’ Leary,1995; Perls, Hefferline, & Goodman, 1951).

Οι ενβοδολές εντάσσονται στο σύστημα ενός ανθρώπου από την πρώιμη ακόμη παιδική ηλικία, όπου τα παιδιά προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της ζωής τους αναπτύσσουν μια άκριτη προσαρμοστικότητα, και καταλήγουν να αποδέχονται αναντίρρητα οτιδήποτε δεν τους προκαλεί αποστροφή (Blom, 2004; Oaklander, 2006; O’ Leary,1995; Polster & Polster, 1973). Αρχικά είναι υποχρεωμένα να δεχτούν την τροφή στη μορφή που τους προσφέρεται ή να την φτύσουν, και είναι ανίκανα να αλλάξουν την σύστασή της, κάτι το οποίο γίνεται εφικτό όταν αργότερα ανακαλύπτουν την μάσηση. Εφόσον τα παιδιά στα πρώτα στάδια της ζωής τους, μέσα από μηχανισμούς επιβίωσης καλούνται να πάρουν τα πράγματα όπως αυτά τους παρέχονται, η ανάγκη τους να εμπιστευτούν και να μεγαλώσουν σε ένα δοτικό και υγιές περιβάλλον είναι άκρως επιτακτική (Polster & Polster, 1973).

Δυστυχώς όμως, τα πρέπει εμφανίζονται πολύ νωρίς στη ζωή, και πολλές φορές έχουν μικρή ή καμία σχέση με το τι ένα παιδί αισθάνεται ως αναγκαίο για την ύπαρξη του ( Polster & Polster, 1973). Τα παιδιά συχνά ταΐζονται παρά την θέληση τους, εκπαιδεύονται παρά την θέληση τους, υιοθετούν ένα ηθικό κώδικα που δεν τους ανήκει, και αναγκάζονται να ταυτολογηθούν με τους γονείς τους ή τα αδέλφια τους, καταλήγοντας κυριολεκτικά στην απόκτηση πολλαπλών ενδοβολών (Perls, Hefferline, & Goodman, 1951). Σταδιακά, η αυτοπεποίθηση τους βλάπτεται σε τέτοιο βαθμό από τα σημαντικά πρόσωπα στη ζωή τους, των οποίων οι κρίσεις και κοσμοθεωρίες διαβρώνουν την αυθεντικότητα της ταυτότητας τους, ώστε να γίνονται ευάλωτα απέναντι σε κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται στη ζωή τους (Polster & Polster, 1973). Προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση με σημαντικά πρόσωπα ή να χαρούν  της αποδοχής αυτών, τα παιδιά υιοθετούν τις οποιεσδήποτε νουθεσίες και ιδέες, και αναπτύσσουν κριτική στάση μόνο απέναντι στον εαυτό τους. Στην πρώτη τους τάση να κρίνουν ή να διαφοροποιηθούν, στρέφουν την κρίση τους στον εσωτερικό τους κόσμο, και εντελώς αυτοκαταστροφικά χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους ως κακό, εγωιστή, άδικο ή ανίκανο αποδεχόμενα την προσωπική τους αδυναμία, και την ανάγκη μιας δια βίου στήριξης τους από τρίτα πρόσωπα (Perls, Hefferline, & Goodman, 1951). Σταδιακά, τα παιδιά που ενδοβάλουν, γίνονται ανίκανα να αντιληφθούν, να νοηματοδοτήσουν τις ανάγκες τους, και να κάνουν μια υγιή επαφή με το περιβάλλον. Όλες οι πλευρές της ύπαρξης τους, δηλαδή το σώμα τους, το συναίσθημα τους, το πνεύμα τους, και οι αισθήσεις τους κατακερματίζονται, και το παιδί πάσχει πλέον ως σύστημα (Blom, 2004).Ουσιαστικά, εισέρχονται σε μια ατέρμονη διαδικασία,  μια και συνηθισμένα να νεκρώνουν τις αισθήσεις τους, παραδίδονται στο ως έχουν τα πράγματα, και συνεχίζουν να καταπίνουν ότι τους προσφέρεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους (Perls, Hefferline, & Goodman, 1951).

Κοινές ενδοβολές είναι δηλώσεις του τύπου ‘ δούλεψε σκληρά’, ‘ οι άντρες δεν κλαίνε’ (O’ Leary,1995), ‘ δεν πρέπει να αμφισβητείς αυτό που έχεις διδαχθεί’ (Palmer, 2000), ή τέλος ‘τα κορίτσια πρέπει να καταπιέζουν το θυμό τους ενώ τα αγόρια την θλίψη τους’. Όλες, γενικότητες, που πολλές φορές αντανακλούν τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς κανόνες πάνω στο τι είναι πρέπον για κάθε άνθρωπο, και για κάθε φύλο (Blom, 2004). Ακόμα και θετικά σχόλια μπορεί να αποτελέσουν την βάση ενδοβολών. Γενικευμένα σχόλια του τύπου ‘είσαι το πιο όμορφο κορίτσι στον κόσμο’ μπορεί να είναι επιβλαβή και να μπερδεύουν ένα παιδί. Το κορίτσι γνωρίζει ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι, μια και εχθές στην τηλεόραση είδε ένα κορίτσι πολύ ομορφότερο από την ίδια. Αυτά τα γενικά σχόλια τείνουν ουσιαστικά να αποπροσανατολίζουν το παιδί, καθώς ένα μέρος του αγαπάει να ακούει ανάλογα σχόλια, ενώ ένα άλλο μέρος του γνωρίζει ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Στο τέλος, φτάνει να αισθάνεται το ίδιο σαν ένας μικρός απατεώνας (Oaklander, 2006).

Γίνεται λοιπόν φανερό, πως όλες αυτές οι δηλώσεις , τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές, όσο και αν αρχικά φαντάζουν σαν αμυντικοί μηχανισμοί αφιερωμένοι στον αγώνα της επιβίωσης, με το πέρασμα του χρόνου καταλήγουν να γίνονται υπερβολικοί, δυσπροσαρμοστικοί και αναχρονιστικοί. Μερικές από τις ενδοβολές όπως για παράδειγμα το να σέβομαι τους γύρω μου και την ξένη περιουσία ή το να είμαι συνεπής στα ραντεβού μου μπορεί να βοήθησαν την επιβίωση μου στην κοινωνία, ταυτόχρονα όμως μπορεί να με έμαθαν να σιωπώ όταν θέλω να διαφωνήσω. Κάθε φορά που πάω να διαφοροποιηθώ, να σκέφτομαι, ποιος είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω την αυθεντία των γονιών ή των δασκάλων μου; Κατά συνέπεια, οι αντιλήψεις που μέχρι χθες αποτελούσαν το δίχτυ προστασίας μου, μετατρέπονται στο πέρασμα του χρόνου σε μια σιδερένια μέγγενη που σφίγγει διαρκώς γύρω μου (Ginger, 2007), και η οποία με αναγκάζει να λειτουργώ με βάση το σύστημα αξιών που απέκτησα στα τέσσερα, αποτρέποντας έτσι την ουσιαστική ωρίμανση μου (Oaklander, 2006). Σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται και η διαφοροποίηση του Perls (1948 as cited in Clarkson & Mackewn, 1993) από τον Freud, ο οποίος θεωρούσε ότι μόνο η καθολική ενδοβολή οδηγεί σε παθολογικές καταστάσεις, ενώ η μερική είναι μια υγιής διαδικασία η οποία παρέχει τους θεμέλιους λίθους του εγώ. Αντιθέτως, ο Perls πίστευε ότι κάθε ενβοδολή μερική ή ολική είναι εξίσου καταστροφική, και αποτελεί ένα ξένο σώμα για τον οργανισμό το οποίο χρειάζεται αρχικά να αποδομηθεί, και στην συνέχεια να ακολουθήσει την διαδικασία της αφομοίωσης (Clarkson & Mackewn, 1993).

Πότε όμως ένα πρόσωπο ενδοβάλει;  Ένα πρόσωπο συνήθως ενδοβάλει, όταν πνίγεται από την πίεση περιβαλλοντικών δυνάμεων όπως οι γονείς, το σχολείο, η εκκλησία ή μετά από εμπειρίες σωματικής και συναισθηματικής στέρησης. Προκειμένου λοιπόν να επιβιώσει, μαθαίνει να ταυτίζεται με τις αξίες  της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει, να καθοδηγείται από φιγούρες εξουσίας και να βρίσκεται πάντα σύμφωνος με τον κάθε συνομιλητή του. Το τι θέλει, θυσιάζεται στο βωμό του τι πρέπει, και πολλές φορές απομακρύνεται τόσο από την ταυτότητα του, ώστε αποτυγχάνει ακόμα και να αναγνωρίσει τι πραγματικά νιώθει, και εμπλέκεται σε μια ατέρμονη προσπάθεια να ευχαριστεί τους άλλους. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, το όριο του εαυτού του πιέζεται ολοένα και βαθύτερα, με αποτέλεσμα τη γένεση δυο βασικών προβλημάτων. Κατά πρώτον η προσωπικότητα του αλλοτριώνεται, και κατά δεύτερον γίνεται έρμαιο των εσωτερικών του συγκρούσεων που μοιραία γεννιούνται (Perls, 1973 as cited in O’ Leary,1995), ιδίως στις ηλικίες των δύο και στην εφηβεία, όπου οι ανάγκη για ανάπτυξη προσωπικής ταυτότητας γίνεται επιτακτική (Polster & Polster, 1973). Όταν οι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο όπου χάνουν την ικανότητα αναγνωρισιμότητας των προσωπικών τους σκέψεων και επιταγών, τότε οι ενδοβολές κινητοποιούνται θεωρώντας το ξένο, κομμάτι του εαυτού,  και προβάλλοντας αντίσταση στην αποτίναξη του. Η ενέργεια του ατόμου αποπροσανατολίζεται και γίνεται προσπάθεια διατήρησης προσταγών του παρελθόντος και όχι καταστροφής τους (O’ Leary,1995). Το αποτέλεσμα σύμφωνα με τον Zinker (1973 as cited in O’ Leary,1995) είναι το άτομο να παγιδεύεται μεταξύ της επίγνωσης και της κινητοποίησης ενέργειας, και ουσιαστικά να βαλτώνει. Σε μια προσπάθεια να αλλάξει το καθεστώς στην ζωή του, καταφεύγει συχνά σε μεθόδους αυτοβελτίωσης που είναι εύκολα προσβάσιμες και προσφέρουν μαγικές λύσεις, χωρίς όμως να αναπτύσσει και εδώ την οποιαδήποτε κριτική στάση απέναντι τους. Περνάει έτσι από τη μια μέθοδο στην άλλη, με μόνο αποτέλεσμα την αύξηση της δυσφορίας και της απογοήτευσης που νιώθει (Clarkson & Mackewn, 1993). Αυτό που ουσιαστικά θέλει, είναι “λύσεις σε υγρή μορφή, προετοιμασμένες ώστε το μόνο που να χρειάζεται είναι να τις καταπιεί” (Perls, Hefferline, & Goodman, 1951, p. 235).

Συγκεκριμένα συναισθήματα, και συμπεριφορικές τάσεις χαρακτηρίζουν το άτομο που ενδοβάλει. H ανυπομονησία να καταπιεί κάτι γρήγορα, η βουλιμία, η απέχθεια, η απληστία να κερδίσει όσα περισσότερα μπορεί όσο ποιο σύντομα μπορεί, η τεμπελιά, μια και έχει μάθει στην έτοιμη τροφή, καθώς επίσης και μια απελπισμένη άρνηση να απομακρυνθεί από αυτό που έπαψε να είναι θρεπτικό και χρήσιμο για τον ίδιο, είναι μόνο μερικές από αυτές. Τα στοιχεία αυτά, είναι και εκείνα που σε τελική ανάλυση θέτουν τα εμπόδια σε μια ουσιαστική θεραπευτική προσπάθεια, και διαιωνίζουν τις ενδοβολές του (Perls, Hefferline, & Goodman, 1951; Polster & Polster, 1973). Η Oaklander (2007) υποστηρίζει πως ουσιαστικά δεν απαλλασσόμαστε ποτέ από τις ενδοβολές μας, και το καλύτερο ίσως που μπορούμε να επιτύχουμε είναι να τις φέρουμε στο συνειδητό μας, και να μάθουμε να τις χειριζόμαστε.

Κατά συνέπεια, στην θεραπευτική προσέγγιση των ενδοβολών πρωταρχικό μέλημα του θεραπευτή είναι τόσο να αντιληφθεί το άτομο ότι δεν είναι εγκλωβισμένο σε μονόδρομους, αλλά αντιθέτως μπροστά του ανοίγεται ένα ολόκληρο εύρος επιλογών, όσο και να ενδυναμωθεί η ικανότητα του να διαχωρίζει ανάμεσα στον εαυτό του και στους άλλους. Να βρει ουσιαστικά τα προσωπικά του όρια. Στην συνέχεια, μέσω της θεραπείας, όταν το άτομο που ενδοβάλει καταφέρει να κινητοποιήσει την ενέργεια του προς την κατεύθυνση της επίγνωσης, και της κριτικής στάσης, τότε καταφέρνει να αντιληφθεί και το μέγεθος της πικρίας που έχει συσσωρευτεί μέσα του. Αυτό αποτελεί και ένα κρίσιμο σημείο της θεραπείας, μιας και η πικρία που δικαιολογεί την δυσφορία που νιώθει, χρειάζεται να γίνει ενέργεια προκειμένου να φτάσει το άτομο στην αλλαγή. Οι αλλαγές μπορεί να είναι αρχικά τυχαίες, και πολλές φορές να εμπεριέχουν και ένα ρίσκο μια και το άτομο δεν είναι συνηθισμένο στο να ακούει ουσιαστικά την εσώτερη φωνή του, και μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε ακραίες συμπεριφορές. Παρόλα αυτά, είναι ουσιαστικές και απαραίτητες, καθώς σηματοδοτούν την αναγέννηση του οργανισμού (Polster & Polster, 1973).

Η προσέγγιση της θεραπείας παιδιών και εφήβων με ενδοβολές παραμένει η ίδια με αυτή των ενηλίκων, και στοχεύει  στην ταυτοποίηση και επανεξέταση των ενδοβολών που παρεμποδίζουν την ομαλή λειτουργικότητα του παιδιού, και στην παροχή βοήθειας προς αυτό, είτε για να τις εντάξει στο σύστημα του, είτε για να τις απορρίψει (Blom, 2004). Είναι σημαντικό να τονισθεί σε αυτό το σημείο, πως ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου το στενό περιβάλλον παρουσιάζεται πρόθυμο να αλλάξει συμπεριφορές που προάγουν την δημιουργία ενδοβολών στο παιδί, και προσπαθεί να ισορροπήσει την ζημιά που έγινε, η δουλειά που πρέπει να γίνει παραμένει καθαρά προσωπική υπόθεση του παιδιού. Είναι πολύ ουσιαστικό τόσο για την πορεία της θεραπείας, όσο και για την μετέπειτα εξέλιξη του παιδιού, να καταστεί αυτό ανεξάρτητο ώστε να φροντίζει από μόνο του για την πλήρωση των αναγκών του. Το παραπάνω αίτημα, προϋποθέτει εκ μέρους του θεραπευτή δουλειά η οποία γίνεται με μικρά και σταθερά βήματα, και ξεκινά μόνο όταν το παιδί ή ο έφηβος καταστεί ικανός να αναγνωρίσει τα άσχημα αισθήματα που τρέφει για τον εαυτό του. Σε όλη την πορεία της θεραπείας, η ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης, η καθαρή και συνεχώς ανανεούμενη επαφή μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, η συνάντηση των δύο μελών της σχέσης στο σημείο που βρίσκεται το παιδί ή ο έφηβος από ψυχολογική, συναισθηματική, πνευματική και αναπτυξιακή άποψη, καθώς και ο σεβασμός στην αντίσταση που προβάλει ο θεραπευόμενος, είναι στοιχεία άκρως σημαντικά και καθοριστικά για την πορεία αυτής (Oaklander, 2007).

Τόσο στην περίπτωση των ενηλίκων, όσο και στην περίπτωση των παιδιών και των εφήβων, η αλλαγή προϋποθέτει την ουσιαστική κινητοποίηση του θεραπευόμενου, το ξύπνημα του από ένα βαθύ λήθαργο. Είναι σαν να προσπαθούμε ουσιαστικά να βγάλουμε έναν άνθρωπο από το κελί μιας φυλακής, που αποτελώντας για χρόνια το μόνο περιβάλλον που αναγνωρίζει και αισθάνεται οικείο, η παραμονή του εκεί φαντάζει περισσότερο ασφαλής, από έναν κόσμο που τον περιμένει πίσω από μια ορθάνοιχτη πόρτα, που θα τον οδηγήσει σε μια ελευθερία που δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει.

Βιβλιογραφία

Blom, R. A. (2004). The handbook of Gestalt play therapy. Practical guidelines for child therapists. London: Jessica Kingsley Publishers.

Clarkson, P., & Mackewn, J. (1993). Fritz Perls. London: SAGE Publications Ltd.

Corey, G. (2004). Theory and practice of group counseling (7th ed.). Australia: Thomson, Brooks, Cole.

Ginger, S. (2007). Gestalt therapy, the art of contact. London: Karnac.

O’ Leary, E. (1995). Η θεραπεία Gestalt. Aθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Oaklander, V. (2007). Hidden treasure. A map to the Child’s inner self. London: Karnac Books.

Palmer, S. (2000). Introduction to counselling and psychotherapy. The essential guide. London: SAGE Publications Ltd.

Perls, F. S., Hefferline, R., & Goodman, P. (1951). Gestalt therapy. Excitement and growth in the human personality. Gouldsboro: The Gestalt Journal Press, Inc.

Polster, E., & Polster, M. (1973). Gestalt therapy integrated. Contours of theory and practice. New York: Brunner & Mazel.

Σχετικά με τον δημιουργό

Αικατερίνη Μ. Παπαθανασίου- Πεχλιβανίδου Ψυχολόγος

Διεύθυνση: Μητροπόλεως 105, 54622 Θεσσαλονίκη, Ελλάδα
Τηλέφωνο: 6976-242090/ 2310-438690
e-mail: katerina.papathanasiou@yahoo.com
Εκπαίδευση:
Bachelor of Science in Psychology, University of Sheffield, UK
Master in Psychology and Counseling, University of Sheffield, UK
Gestalt Therapist, Gestalt Foundation Psychotherapy & Training center of Thessaloniki
Τα τελευταία χρόνια εργάζομαι στο ιδιωτικό μου γραφείο στη Θεσσαλονίκη με ενήλικες, παιδιά, ζευγάρια και ομάδες. Επιπλέον, εργάζομαι στον Συμβουλευτικό Σταθμό του City College, International Faculty of the University of Sheffield, προσφέροντας τις υπηρεσίες μου στους φοιτητές και το προσωπικό του κολεγίου και είμαι εξωτερική συνεργάτης του Gestalt Foundation, στη Θεσσαλονίκη. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η έννοια της ποιότητας της ζωής σε σχέση με την χρόνια παιδική ασθένεια και έχω μελετήσει τις επιπτώσεις του παιδικού καρκίνου και του παιδικού άσθματος στην ποιότητα ζωής όχι μόνο των παιδιών που νοσούν, αλλά και των οικογενειών τους. Επίσης, έχω ασχοληθεί με τη Θετική Ψυχολογία, όπου διερεύνησα σε βάθος το πως μπορούμε να αλλάξουμε τον προσανατολισμό μας στη ψυχολογία από θεραπευτικό σε προληπτικό και να επικεντρωθούμε πάνω στις δυνάμεις που κάθε άτομο διαθέτει. Με την επικέντρωσή μας πάνω σε αυτές τις δυνάμεις, βοηθούμε τους ανθρώπους να ανταπεξέλθουν περισσότερο αποτελεσματικά στις απαιτήσεις της ζωής και να αποκτήσουν μια αισιόδοξη αντίληψη για αυτήν, κάτι το οποίο συμβάλλει σημαντικά στην σωματική και ψυχική υγεία. Έχω συμμετάσχει σε συνέδρια και ημερίδες, με εργασίες και επιστημονικά άρθρα και είμαι μέλος των παρακάτω Οργανισμών:
Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ)
Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία (B.P.S.)
Συμβούλιο Επαγγελμάτων Υγείας Ηνωμένου Βασιλείου (HCPC)
Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία (A.P.A.)
Ελληνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Γκεστάλτ (H.A.G.T )
Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Γκεστάλτ (EAGT)
Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ψυχοθεραπείας (EAP)